Βιώσιμη Κηπουρική

Η βιώσιμη κηπουρική είναι ευρύ εννοιολογικό πλαίσιο που περιλαμβάνει ειδικότερες έννοιες όπως είναι το βιώσιμο τοπίο, ο αειφόρος σχεδιασμός τοπίου, η βιώσιμη αρχιτεκτονική τοπίου, που έχουν ως αποτέλεσμα τον βιώσιμο τόπο ή θέση. Είναι μία μη ομοιογενής ομάδα κηπευτικών ενδιαφερόντων, που μοιράζεται τους σκοπούς και τους στόχους που σχετίζονται με τα διεθνή προγράμματα αειφόρου ανάπτυξης και αειφορίας που αναπτύχθηκαν μετά τη δεκαετία του 1980, για να αντιμετωπιστεί το γεγονός ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τους βιοφυσικούς πόρους ταχύτερα από ό, τι χρειάζεται για να ανανεωθούν από τη φύση[1]

Σε αυτή την ευρεία έννοια περιλαμβάνονται όσοι ασχολούνται με την οικιακή κηπουρική, με το τοπίο ως περιβάλλον, οι τροφικές βιομηχανίες και οι δημοτικές αρχές, που εντάσσουν στα προγράμματά τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες για τη δημιουργία ενός βιώσιμου μέλλοντος. Η οργανική κηπουρική και η χρήση των αυτοφυών, δηλαδή γηγενών φυτών είναι αναπόσπαστο κομμάτι της βιώσιμης κηπουρικής[2].

Ιστορική ανάπτυξη

Μετά την ανάπτυξη και πραγμάτωση της ιδέας της βιώσιμης γεωργίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980, πριν από την εμφάνιση της βιώσιμης κηπουρικής (όπως η βιώσιμη φυτοκομία παραγωγής) το Πρώτο Διεθνές Συμπόσιο για την Αειφορία στην Κηπουρική από τη Διεθνή Εταιρεία Κηποκομίας πραγματοποιήθηκε στο Διεθνές Συνέδριο Κηπουρικής στο Τορόντο, το 2002. Στο συμπόσιο εξάχθηκαν «συμπεράσματα … για την αειφορία στην κηπουρική και μια Διακήρυξη για τον 21ο αιώνα»[3]. Οι αρχές και οι στόχοι που περιγράφονται σε αυτό το συνέδριο συζητήθηκαν σε πρακτικότερο επίπεδο σε επόμενο συνέδριο στη Σεούλ το 2006[4].

Πολλές από τις φιλικές προς το περιβάλλον αρχές και ιδέες που ασπάζεται η βιώσιμη κηπουρική, τα βιώσιμα τοπία και οι βιώσιμοι τόποι διαιωνίζουν βιώσιμες πρακτικές που καθιερώθηκαν ως αντίδραση στην εντατική βιομηχανική γεωργία. Οι πρακτικές αυτές καθιερώθηκαν ως κινήσεις-δράσεις για την αυτάρκεια και τη γεωργία μικρής κλίμακας που βασίζεται σε μια ολιστική προσέγγιση των συστημάτων και οικολογικές αρχές. Σε αυτές θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται: η βιοδυναμική γεωργία, η γεωργία χωρίς όργωμα, η αγροοικολογία, η γεωργία Φουκουόκα, η δασοκηπουρική, η οργανική κηπουρική και άλλα. Σε μεγαλύτερη κλίμακα, υπάρχει ο πιο πρόσφατος «πλήρης σχεδιασμός καλλιέργειας»[5][6] , ο οποίος παρουσιάστηκε ως ιδέα το 1995, και η οικολογική καλλιέργεια[7][8], η οποία καθιερώθηκε το 2000, και άλλες παραλλαγές των βιώσιμων γεωργικών συστημάτων. Ίσως η σημαντικότερη από αυτές τις προσεγγίσεις είναι η αεικαλλιέργεια (permaculture), ολιστική επιστήμη σχεδιασμού οικοσυστημάτων[9], που καθιερώθηκε από τους Αυστραλούς Μπιλ Μόρισον (Bill Mollison) και Ντέιβιντ Χόλμγκρεν (David Holmgren) τόσο ως σύστημα σχεδιασμού όσο και ως φιλοσοφία ή τρόπος ζωής[10]. Η εφαρμογή των αρχών της αειφορίας στην κηπουρική έχει πλέον γίνει ευρέως αποδεκτή στο εμπόριο και την επιστημονική κοινότητα.

Ορισμός

Η «Aμερικανική Πρωτοβουλία για Βιώσιμους Τόπους» ιδρύθηκε το 2005[11] και χρησιμοποιεί μια διεπιστημονική προσέγγιση που κατευθύνεται από την Αμερικανική Εταιρεία Αρχιτεκτόνων Τοπίου και τον Βοτανικό Κήπο των Η.Π.Α. για να δημιουργήσουν κατευθυντήριες γραμμές και δείκτες επιδόσεων για τον αειφόρο σχεδιασμό της γης, την κατασκευή και τις πρακτικές συντήρησης, σε εθνικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τον ορισμό της σχετικής έκθεσης των Ηνωμένων Εθνών για την αειφόρο ανάπτυξη ως πρότυπο, καθορίζει τη βιωσιμότητα στο πεδίο του βιώσιμου σχεδιασμού οικοσυστημάτων ως … τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη λειτουργία και τις πρακτικές συντήρησης που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να διακυβεύεται την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες…με προσπάθειες προστασίας, αποκατάστασης και διεύρυνσης της ικανότητας των τοπίων να προσφέρουν υπηρεσίες οικοσυστήματος που ωφελούν τους ανθρώπους και άλλους οργανισμούς[12].

Σε ευρωπαϊκό πλαίσιο ακολουθούνται οι οδηγίες της Agenda 21 για Βιώσιμη Ανάπτυξη[13], οι οποίες μεταφράζονται σε τοπικές πρωτοβουλίες για αστική κηπουρική ή διαχείρiση βοτανικών κήπων και πάρκων, Όπως είναι για παράδειγμα η πρωτοβουλία «Learning for Sustainable Agriculture: Urban Gardening in Berlin»[14] ή η πρωτοβουλία «Φρέσκο!» στη Φιλανδία που ενθαρρύνει τη χρήση τοπικών τροφών στα σχολεία, διδάσκοντας παράλληλα τα παιδιά τις καλλιεργητικές παραδόσεις και την προέλευση της τοπικής κουζίνας και η «Ομορφότεροι Κήποι για Κουζίνες» στην Ουγγαρία που ενθαρρύνει τους Ούγγρους να καλλιεργούν τροφή στους κήπους, αντί για λουλούδια[15].

Στο παγκόσμιο πλαίσιο αναπτύσσονται προγράμματα όπως η ανάπτυξη καινοτομιών στο σχολείο και κοινοτική καλλιέργεια (Developing Innovations in School and Community Cultivation Ουγκάντα): Με προγράμματα που διδάσκει τους μαθητές την τοπική διατροφική παράδοση, τη βελτίωση της διατροφής και γεωργικές τεχνικές ή η αντιμετώπιση της Αποσύνδεσης από τη Γεωργία και τη Διατροφή (Tackling the Agriculture-Nutrition Disconnect Ινδία): Μια πλατφόρμα ενημέρωσης μοιράσματος των γνώσεων σχετικά με τη διατροφή, την υγεία, τη γεωργία και την κηπουρική με μακροπρόθεσμο στόχο τη δημιουργία ενός δικτύου γνώσεων διατροφής και καινοτομιών στην Ινδία[15].

Αρχές και έννοιες

Η διαχείριση των παγκόσμιων βιοφυσικών κύκλων και των υπηρεσιών οικοσυστήματος προς όφελος του ανθρώπου και άλλων οργανισμών και των μελλοντικών γενεών έχει γίνει πλέον μια παγκόσμια ανθρώπινη ευθύνη[16]. Η μέθοδος εφαρμογής της αειφορίας σε κήπους, τοπία και τόπους είναι ακόμα υπό ανάπτυξη και ποικίλλει, ανάλογα με το υπό εξέταση πλαίσιο. Ωστόσο, υπάρχει μία σειρά βασικών και κοινών βασικών βιολογικών και λειτουργικών αρχών και πρακτικών στον τομέα της βιβλιογραφίας για τους βιώσιμους τόπους.

Βιολογικές αρχές

Η αειφόρος διαχείριση των ανθρωπογενών τοπίων μιμείται τις φυσικές διαδικασίες που καθιστούν βιώσιμη τη βιόσφαιρα και τα οικοσυστήματά της. Κύρια φροντίδα είναι η αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας και της ανακύκλωσης υλικών, ελαχιστοποιώντας έτσι τα απόβλητα και τη χρήση ενέργειας.

Η εξάρτηση από την παραγωγή και κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών στην «ανθρώπινη οικονομία», έχει μεταβάλλει σημαντικά, με καταστροφικό τρόπο, τους φυσικούς κύκλους των στοιχείων (κύκλος του νερού, του κύκλου του άνθρακα και κύκλος του αζώτου). Οι βιώσιμες πρακτικές μεγιστοποιούν τις δυνατότητες υπηρεσιών του οικοσυστήματος[1].

Γηγενή φυτά

Η χρήση αυτοφυών φυτών σε κάποιον κήπο ή τοπίο μπορεί να συντηρήσει και να προστατέψει τα φυσικά οικοσυστήματα, μειώνοντας ταυτόχρονα την ανάγκη περαιτέρω φροντίδας και της απαιτούμενης κατανάλωσης ενέργειας για τη συντήρηση ενός υγιούς κήπου ή τοπίου. Τα ενδημικά φυτά προσαρμοσμένα στο τοπικό κλίμα και γεωλογία, συχνά απαιτούν λιγότερη συντήρηση από εξωτικά είδη. Ενδημικά φυτά υποστηρίζουν επίσης πληθυσμούς ενδημικών πτηνών, εντόμων και άλλων ζώων που συνεξελίχθηκαν στο παρελθόν, προωθώντας έτσι μια υγιή κοινότητα οργανισμών[2].

Τα φυτά σε έναν κήπο ή διαχειριζόμενο τοπίο συχνά διαμορφώνουν έναν κεντρικό πληθυσμό, ο οποίος γίνεται πηγή για τον φυτικό αποικισμό νέων περιοχών. Αποφεύγοντας τη χρήση των χωροκατακτητικών ειδών βοηθά στην πρόληψη δημιουργίας νέων πληθυσμών. Κατά τον ίδιο τρόπο η χρήση αυτόχθονων ειδών μπορεί να αποτελέσει πολύτιμη πηγή αποικισμού για τα φυτά σε νέους τομείς.

Ορισμένα μη ενδημικά είδη είναι δυνατόν να διαμορφώσουν οικολογική παγίδα στην οποία παρασύρονται τα αυτόχθονα είδη σε ένα περιβάλλοντα φαινομενικά ελκυστικά, ωστόσο ακατάλληλα. Βέβαια, στη Βρετανία η έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ ως τμήμα του εγχειρήματος Bugs (βιοποικιλότητα στους αστικούς κήπους στο Σέφιλντ) [17], αποκάλυψε ότι πολλά ασπόνδυλα -η πλειοψηφία της άγριας ζωής στους περισσότερους κήπους – δεν στηρίζονται μόνον από ενδημικά φυτά. Τα ευρήματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο του Ken Thompson είναι «Δεν χρειάζονται τσουκνίδες: Η αλήθεια για την κηπουρική άγριας ζωής»[18]. Ο ίδιος επιβεβαιώνει την προσέγγιση του Κρις Μπέινς στο «Πώς να φτιάξω έναν Κήπο με Άγρια Ζωή»[19]

Αρχές λειτουργίας

Ενίσχυση των υπηρεσιών του οικοσυστήματος ενθαρρύνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής κάθε τόπου με την παροχή σαφούς σχεδιασμού, κατασκευής, (εργασίες) και κριτηρίων διαχείρισης[11]. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα απαιτεί προσαρμογή των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων, προκειμένου να εξασφαλίζεται ισότητα μεταξύ των γενεών με αναγεννούμενα βιώσιμα συστήματα. Οι κατευθυντήριες γραμμές συνδέονται και συμπληρώνουν τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές για το δομημένο περιβάλλον (στην προκειμένη περίπτωση τις υπάρχουσες κατευθυντήριες αρχές για την πράσινη δόμηση και το τοπίο)[11], το ευρύτερο περιβάλλον και περιλαμβάνουν μετρήσεις (ελέγχους, τα κριτήρια, δείκτες κ.λπ.) που παρέχουν το μέτρο βιωσιμότητας (σύστημα αξιολόγησης) με την αποσαφήνιση τι είναι περισσότερο ή λιγότερο βιώσιμο.

Οι επιπτώσεις των εντασιογόνων παραγόντων σε έναν τόπο είναι δυνατόν αξιολογηθούν και να μετρηθούν σε οποιαδήποτε χωροχρονική κλίμακα ή το πλαίσιο. Διακρίνονται σε άμεσες, με μετρήσιμες άμεσες επιπτώσεις στην βιοποικιλότητα και την οικολογία ενός τόπου και σε έμμεσες, όταν συνδέονται μεν αλλά συμβαίνουν μακριά από τον συγκεκριμένο τόπο (για παράδειγμα η υποχώρηση της στάθμης του νερού σε αρδευτικά κανάλια).

Βασικές αρχές βιώσιμης κηπουρικής

Τα παρακάτω συνιστούν αρχές για βιώσιμη κηπουρική[11]:

  • Αποχή από την βλάβη του συστήματος
  • Χρήση της αρχής της προφύλαξης
  • Σχεδιασμός με τη φύση και τον πολιτισμό
  • Χρήση της ιεραρχίας λήψης αποφάσεων διάσωση, διατήρηση και ανάπλαση
  • Παροχή συστημάτων αναγέννησης, ως διαγενεακή ισότητα
  • Υποστήριξη της ζωντανής διαδικασίας
  • Χρήση ενός συστήματος ολιστικής σκέψης
  • Χρήση συνεργατικής και ηθικής προσέγγισης
  • Διατήρηση της ακεραιότητας στην ηγεσία και την έρευνα
  • Ενίσχυση της περιβαλλοντικής διαχείρισης

Βασικές πρακτικές βιώσιμης κηπουρικής

Στις βασικές πρακτικές βιώσιμης κηπουρικής ανήκει η διατήρηση προστατευτικού στρώματος (humus) σε όλα τα ακάλυπτα εδάφη για συγκράτηση του νερού, ο έλεγχος των ζιζανίων και η βελτίωση της δομής του εδάφους με φύλλα και φλοιούς δέντρων. Άλλη βασική πρακτική είναι η κομποστοποίηση των αποβλήτων του κήπου και της κουζίνας, με τις διαίτερες διαδικασίες που προβλέπονται για κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Η λίπανση επίσης χρειάζεται να γίνεται με φυσικό τρόπο, με τη χρήση οργανικών πηγών μόνο, όπως η σβησμένη κοπριά, το κόμποστ φύλλων ή λιπάσματα που προέρχονται από φύκη[20].

Ένας άλλο τομέας είναι η επιλογή ανθεκτικών φυτών σε ασθένειες και έντομα. Αφού εξασφαλιστεί προληπτικά ο καλός αερισμός, όταν ένα φυτό βρίσκεται σε κίνδυνο εφαρμόζονται οι λιγότερο τοξικές μέθοδοι πρώτα, όπως το ξύδι, το πράσινο σαπούνι κ.ά

Όσον αφορά στην ποιότητα και τη συντήρηση του νερού, χρειάζεται το φύτεμα φυλλοβόλων δέντρων στο νότιο τμήμα του κήπου, για να δημιουργηθεί σκιά που θα μειώσει την εξάτμιση του νερού και αειθαλή δέντρα στο βόρειο τμήμα, προκειμένου να σταματήσουν οι χειμερινοί άνεμοι[21]. Το πότισμα σε ένα βιώσιμο κήπο χρειάζεται να είναι έξυπνο, απευθείας στο ριζικό σύστημα με το χέρι ή στάγδην άρδευση και κατά προτίμηση το πρωί.

Η απώλεια των όμβριων υδάτων μπορεί να αντιμετωπιστεί με την κατασκευή δεξαμενών σε όλα τα λούκια απορροής απότη στέγη, με παράλληλη ελαχιστοποίηση του γυμνού εδάφους και των πρανών με φύτευση, αλλά και τη μείωση ή πλήρη εξάλειψη του χλοοτάπητα που εξαντλεί την εδαφική υγρασία. Χρειάζεται, επίσης, ελαχιστοποίηση των στεγανών επιφανειών, ώστε το νερό της βροχής να φιλτράρεται, πριν φτάσει σε οποιοδήποτε σύστημα ομβρίων.

Η μέτρηση της βιωσιμότητας

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό που διακρίνει την προσέγγιση της βιώσιμης κηπευτικής, του βιώσιμου τοπίου και τόπου και τοποθεσίες από άλλες παρόμοιες πρωτοβουλίες είναι η ποσοτικοποίηση του βιώσιμου τόπου μέσω της θέσπισης κριτηρίων αξιολόγησης των επιδόσεων. Επειδή η βιωσιμότητα είναι μια ευρεία και περιεκτική έννοια, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των τόπων μπορούν να ταξινομηθούν με διάφορους τρόπους, ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο απαιτούνται τα στοιχεία μέτρησης. Η διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον και τη μεγιστοποίηση των θετικών επιπτώσεων. Όπως εφαρμόζεται σήμερα, συνήθως δίνεται προτεραιότητα στο περιβάλλον σε σχέση με κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες που μπορούν να προστεθούν ή να θεωρηθούν αναπόφευκτο και αναπόσπαστο τμήμα της διαδικασίας διαχείρισης. Ο οικιακός καλλιεργητής είναι πολύ πιθανό πως χρησιμοποιεί απλούστερες μετρήσεις από έναν επαγγελματία διαχειριστή τοπίου ή έναν οικολόγο.

Στις τρεις μεθοδολογίες που αναπτύχθηκαν για τη μέτρηση βιώσιμων τόπων η BREEAM αναπτύχθηκε από τον οργανισμό BRE στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Leed αναπτύχθηκε στις Η.Π.Α. και ο «Δείκτης βαθμού βιωσιμότητας της Οξφόρδης 360» που χρησιμοποιείται στο Πάρκο της Οξφόρδης και αναπτύχθηκε από το Oxford Sustainable Group (Βιώσιμη Ομάδα της Οξφόρδης στη Σκανδιναβία.

Η Πρωτοβουλία Βιώσιμων Τόπων[22] διαμορφώνει συστάσεις για την Αμερικανική Βιομηχανία Τοπίου. Τα πρότυπα και οι κατευθυντήριες γραμμές που εγκρίθηκαν διαμόρφωσαν το ενιαίο εθνικό πρότυπο ήδη από το 2013[23].

Παραπομπές σημειώσεις

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

Advertisements

One thought on “Βιώσιμη Κηπουρική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s