Φυτοθεραπεία εδάφους

Διαδικασίες φυτοαποκατάστασης

Ο όρος φυτοθεραπεία εδάφους επίσης φυτοαποκατάσταση[1]  (Phytoremediation) (από την ελληνική λέξη φυτό, και τη λατινική remedium, που σημαίνει «αποκατάσταση της ισορροπίας») αφορά σε μια ομάδα τεχνολογιών αντιμετώπισης περιβαλλοντικών προβλημάτων (βιοαποκατάστασης) μέσω της χρήσης φυτών που μειώνουν το περιβαλλοντικό πρόβλημα της ρύπανσης. Πρόκειται για διαδικασία μείωσης των συγκεντρώσεων των ρύπων σε μολυσμένα εδάφη, ύδατα, ή σε μολυσμένο αέρα με φυτά ικανά να απορροφούν, να αποδομούν ή να εξαλείφουν βαρέα μέταλλα, φυτοφάρμακα, διαλύτες, εκρηκτικά, αργό πετρέλαιο και παράγωγά του, καθώς και διάφορους άλλους μολυντές από τα μέσα που τα περιέχουν. Είναι μία μόνιμη, οικονομική και φιλική προς το περιβάλλον μέθοδος που δεν αλλοιώνει αισθητικά το τοπίο, διότι δεν απαιτεί χωματουργικά έργα απόρριψης[2].

Περιεχόμενα

Εφαρμογή

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες η συγκεκριμένη ομάδα τεχνολογιών φυτοαποκατάστασης γίνεται όλο και πιο δημοφιλής αν κρίνει κανείς από τον βαθμό στον οποίο υιοθετήθηκε η πρακτική από τις αντίστοιχες εταιρείες απολύμανσης μολυσμένων εδαφών[3] και έχει χρησιμοποιηθεί σε εδάφη μολυσμένα με μόλυβδο, ουράνιο και αρσενικό. Παρόλο που διαθέτει το πλεονέκτημα της αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων in situ απαιτεί μακροπρόθεσμη δέσμευση, καθώς εξαρτάται από την ικανότητα του φυτού να αναπτυχθεί και να ευδοκιμήσει σε ένα περιβάλλον που δεν είναι ιδανικό για τη φυσιολογική ανάπτυξη των φυτών. Η φυτοθεραπεία ή φυτοαποκατάσταση μπορεί να εφαρμοστεί οπουδήποτε σε έδαφος ή μολυσμένα λιμνάζοντα ύδατα που πάσχουν από χρόνια ρύπανση και σχετίζεται με την ικανότητα ορισμένων φυτών, που ονομάζονται υπερσυσσωρευτές, να συσσωρεύουν, να υποβαθμίζουν και να καθιστούν αβλαβείς τους ρύπους στο έδαφος, το νερό ή τον αέρα. Οι υπερσυσσωρευτές ενίοτε είναι ενδημικά φυτά που μπορούν να αξιοποιηθούν σε περιπτώσεις τοπικής μόλυνσης[4].

Η φυτοθεραπεία εφαρμόζεται οπουδήποτε στο έδαφος ή σε λιμνάζοντα ύδατα που πάσχουν από χρόνια ρύπανση. Η φυτοθεραπεία έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε αρκετές περιπτώσεις, όπως είναι η αποκατάσταση εγκαταλελειμμένων εγκαταστάσεων ορυχείων μετάλλου από ρύπους πολυχλωριωµένων διφαινυλίων και η μείωση των επιπτώσεων των ρύπων στο έδαφος, το νερό ή τον αέρα. Ρύποι που σχετίζονται με μέταλλα, φυτοφάρμακα, διαλύτες, εκρηκτικά και αργό πετρέλαιο με τα παράγωγά του, αντιμετωπίστηκαν με έργα φυτοθεραπείας σε όλο τον κόσμο[5]. Πολλά φυτά όπως οι μουστάρδες των Σταυρανθών ή των Βρασσικιδών, δηλαδή το Sinapis alba (Σινάπι το λευκό) η Brassica juncea (Κράμβη η βουρλοειδής) του γένους Βράσσικα με σκουρόχρωμα σπέρματα και το B. Nigra (Κράμβη η μαύρη) με επίσης σκουρόχρωμα σπέρματα, όπως επίσης και το αλπικό φυτό Noccaea caerulescens[6], η κάνναβις και το χηνοπόδιο αποδείχτηκαν απολυμαντικά σε υπερσυσσωρευτικές προσμείξεις σε τοξικές χωματερές[7].

Πλεονεκτήματα και περιορισμοί

Πλεονεκτήματα

  • Το κόστος της φυτοθεραπείας είναι χαμηλότερο από εκείνο των παραδοσιακών διαδικασιών.
  • Όι τεχνολογίες της φυτοθεραπείας είναι φύσει ηλιακές και παθητικές.
  • Είναι, επίσης, αισθητικά ελκυστικές με λιγότερα απόβλητα.
  • Τα φυτά μπορεί να παρακολουθούνται εύκολα και η διαδικασία είναι ταχύτερη από εκείνη της αργής φυσικής αποκατάστασης.
  • Υπάρχει δυνατότητα ανάκτησης και επανάχρησης των πολύτιμων μετάλλων (βλ. φυτοεξόρυξη[8]).
  • Είναι πιθανώς η λιγότερο επιβλαβής μέθοδος, επειδή χρησιμοποιεί οργανισμούς που απαντώνται στη φύση και διατηρεί το περιβάλλον σε μια πιο φυσική κατάσταση.
  • Η ελεγχόμενη καύση της βιομάζας είναι δυνατόν να βοηθήσει στην παραγωγή ενεργείας.[9][10]

Περιορισμοί

  • Η φυτοθεραπεία περιορίζεται στην επιφάνεια και το βάθος της ριζόσφαιρας.
  • Η αργή ανάπτυξη και η χαμηλή βιομάζα απαιτούν μακροπρόθεσμη δέσμευση.
  • Με το σύστημα της φυτοθεραπείας, δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί η έκπλυση των ρυπαντών στα υπόγεια ύδατα (χωρίς την πλήρη απομάκρυνση του μολυσμένου εδάφους, η οποία αφεαυτού δεν επιλύει το πρόβλημα της μόλυνσης)
  • Η επιβίωση των φυτών επηρεάζεται από την τοξικότητα του μολυσμένου εδάφους και τη γενική κατάσταση του εδάφους.
  • Η βιοσυσσώρευση ρύπων, ειδικά των μετάλλων, στα φυτά, είτε περνούν στην τροφική αλυσίδα, από πρωτογενείς καταναλωτές ή απαιτείται ασφαλής αφαίρεση του προσβεβλημένου φυτικού υλικού.
  • Εξαρτάται από τις κλιματικές συνθήκες και την εποχή.[9][10]

Διαδικασίες φυτοθεραπείας εδάφους

Μια σειρά από διεργασίες που προκαλούνται από τα φυτά ή τα φύκη είναι χρήσιμες στην αντιμετώπιση περιβαλλοντικών προβλημάτων:

  • «Φυτοκατακράτηση» – Φυτοχημική σύνθεση στη ριζική ζώνη, που μειώσει το κλάσμα του μολυσματικού παράγοντα που είναι βιοδιαθέσιμο. Αναστολή της πρωτεΐνης στη μεμβράνη της ρίζας, κάτι που εμποδίζει την είσοδο των ρυπαντών στο φυτό και την αποθήκευσή τους στα κενοτόπια των κυττάρων της ρίζας.
  • Φυτοεξαγωγή — πρόσληψη και συγκέντρωση των ουσιών από το περιβάλλον στη βιομάζα του φυτού.
  • Φυτοσταθεροποίηση — μείωση της κινητικότητας των ουσιών στο περιβάλλον, για παράδειγμα, με τον περιορισμό της έκπλυσης των ουσιών από το έδαφος.
  • Φυτομεταμόρφωση — Χημική τροποποίηση των περιβαλλοντικών ουσιών ως άμεσο αποτέλεσμα του μεταβολισμού του φυτού, που έχει συχνά ως αποτέλεσμα την αδρανοποίηση, την υποβάθμιση (φυτοϋποβάθμιση) ή την ακινητοποίησή (φυτοσταθεροποίηση) τους.
  • Φυτοδιέγερση — Ενίσχυση της εδαφικής μικροβιακής δραστηριότητας για τη διάσπαση των ρύπων, συνήθως από οργανισμούς που συνδέονται με τις ρίζες. Αυτή η διαδικασία είναι επίσης γνωστή ως αποδόμηση της ριζόσφαιρας. Η φυτοδιέγερση μπορεί να περιλαμβάνει υδρόβια φυτά που στηρίζουν τον ενεργό πληθυσμό των μικροβίων αποχρωματισμό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υποβάθμισης του ζιζανιοκτόνου ατραζίνη από το κερατόφυλλο του ενυδρείου[11].
  • Φυτοεξαέρωση — Απομάκρυνση των ρυπαντών από το έδαφος ή το νερό με εκπομπή στον αέρα, ενίοτε ως αποτέλεσμα της φυτομεταμόρφωσης σε ασταθέστερες ή / και λιγότερο ρυπαντικές ουσίες.
  • Ριζοφιλτράρισμα — Φιλτράρισμα του νερού μέσα από μια μάζα ριζών να απομακρυνθούν τοξικές ουσίες ή υπερβολική ποσότητα θρεπτικών συστατικών. Οι ρύποι απορροφώνται στις ρίζες.

Φυτοεξαγωγή

Η φυτοεξαγωγή (ή φυτοσυσσώρευση) χρησιμοποιεί φυτικούς οργανισμούς ή τα φύκια για την απομάκρυνση των προσμίξεων από το έδαφος, τα ιζήματα και το νερό και τη μεταφορά τους σε φυτική βιομάζα (οι οργανισμοί που προσλαμβάνουν μεγαλύτερες από το φυσιολογικό ποσότητες ρύπων από το έδαφος ονομάζονται υπερσυσσωρευτές). Η δημοτικότητα της φυτοεξαγωγής αυξήθηκε παγκοσμίως τα τελευταία είκοσι χρόνια. Σε γενικές γραμμές, η διαδικασία δοκιμάστηκε περισσότερο για την εξαγωγή βαρέων μετάλλων παρά για οργανικές ενώσεις. Κατά τη στιγμή της εξαγωγής, οι μολυντές συγκεντρώνονται κατά κανόνα στον πολύ μικρότερο όγκο της φυτικής ύλης σε σχέση με το μολυσμένο έδαφος ή ίζημα. Η «εξόρυξη με φυτά», ή φυτοεξόρυξη επιτεύχθηκε με φυτά που απορροφούν μολυσματικούς παράγοντες μέσω του ριζικού συστήματος και τους αποθηκεύουν στη βιομάζα του ριζικού συστήματος ή/και τη μεταφέρουν στα ανώτερα στελέχη ή τα φύλλα του φυτού. Το ζωντανό φυτό συνεχίζει να απορροφά προσμείξεις έως ότου γίνεται η συγκομιδή. Μετά τη συγκομιδή, το χαμηλότερο επίπεδο μόλυνσης συνεχίζει να παραμένει στο έδαφος, έτσι ώστε ο κύκλος ανάπτυξης και συγκομιδής πρέπει να επαναληφθεί με διάφορες καλλιέργειες, πριν επιτευχθεί σημαντικό επίπεδο καθαρισμού. Μετά τη διαδικασία, το καθαρισμένο χώμα μπορεί να υποστηρίξει άλλη βλάστηση.

Πλεονεκτήματα: Το κύριο πλεονέκτημα της φυτοεξαγωγής είναι η φιλικότητα προς το περιβάλλον. Οι παραδοσιακές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό εδάφους μολυσμένου από βαρέα μέταλλα διαταράσσει τη δομή και μειώνει την παραγωγικότητα του εδάφους. Αντίθετα, η φυτοεξαγωγή μπορεί να καθαρίσει το έδαφος χωρίς να προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στην ποιότητα του εδάφους. Ένα άλλο πλεονέκτημα της φυτοεξαγωγής είναι ότι είναι λιγότερο ακριβή από οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκκαθάρισης.

Μειονεκτήματα: Καθώς η διαδικασία ελέγχεται από τα φυτά και την ανάπτυξή τους η μέθοδος χρειάζεται περισσότερο χρόνο από τις άλλες ανθρωπογενείς μεθόδους καθαρισμού του εδάφους.

Δύο εκδοχές της φυτοεξαγωγής:

  • φυσική υπερσυσσώρευση: Τα φυτά απορροφούν τους μολυντές με φυσικό τρόπο χωρίς βοήθεια.
  • επιβοηθούμενη υπερσυσσώρευση: Με τη βοήθεια υγρού που περιέχει χηλικοποιητή ή άλλον παράγοντα προστίθεται στο έδαφος για την αύξηση της διαλυτότητας και της κινητικότητας του μετάλλου, βοηθώντας τα φυτά να απορροφούν πιο εύκολα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι φυσικοί υπερσυσσωρευτές είναι μεταλλόφυτα φυτά που είναι ανθεκτικά στην υψηλή συγκέντρωση τοξικών μετάλλων.

Παραδείγματα υπερσυσσωρευτών

  • Αρσενικό, με τη χρήση ηλίανθου (Helianthus annuus)[12] ή της κινεζικής φτέρης (Pteris vittata)[13] ενός υπερσυσσωρευτή. Η κινεζική φτέρη αποθηκεύει αρσενικό στα φύλλα της.
  • Κάδμιο, με τη χρήση ιτιάς (Salix viminalis). Το 1999 έγινε ένα πείραμα από τη Μαρία Greger και τον Tommy Landsberg που πρότειναν ότι η ιτιά έχει σημαντικές δυνατότητες για φυτοεξαγωγή του καδμίου (Cd), του ψευδάργυρου (Zn) και του χαλκού (Cu). Η ιτιά διαθέτει ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά, όπως είναι η υψηλή ικανότητα μεταφοράς βαρέων μετάλλων από τη ρίζα, που πυροδοτεί παράλληλα και παραγωγή τεράστιας ποσότητας βιομάζας. Η συγκεκριμένη βιομάζα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή βιοενέργειας σε εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα[14].
  • Κάδμιο και ψευδάργυρος, με τη χρήση του (Noccaea caerulescens), υπερσυσσωρευτή των συγκεκριμένων μετάλλων σε επίπεδα που θα μπορούσαν να είναι τοξικά για πολλά φυτά. Η παρουσία χαλκού δημιουργεί προβλήματα στην ανάπτυξή του.
  • Μόλυβδος, Με τη χρήση της Ινδικής Μουστάρδας (Brassica juncea), του αγριόχορτου (Ambrosia artemisiifolia), της κάνναβης (Apocynum cannabinum) ή της λεύκας, τα οποία απομονώνουν τον μόλυβδο στη βιομάζα τους.
  • Ανθεκτικό στο αλάτι (μέτρια αλοφυτικό) κριθάρι και ζαχαρότευτλο χρησιμοποιείται για την εξαγωγή του χλωριούχου νατρίου (κοινό αλάτι) για την αφαλάτωση περιοχών που πλημμύρισαν από θαλασσινό νερό (περιπτώσεις τσουνάμι για παράδειγμα).
  • Καίσιο-137 και Στρόντιο-90 αφαιρέθηκαν από λίμνη με τη χρήση ηλίανθου μετά το ατύχημα του Τσερνόμπιλ[15].
  • Υδράργυρος, σελήνιο και οργανικοί μολυντές, όπως είναι τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB) απομακρύνθηκαν από μολυσμένα εδάφη διαγονιδιακά φυτά, που διαθέτουν γονίδια για βακτηριακά ένζυμα[16].

Φυτοσταθεροποίηση

Η φυτοσταθεροποίηση εστιάζει στην μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση και τη συγκράτηση του μολυσματικού παράγοντα. Για παράδειγμα, η παρουσία του φυτού μπορεί να μειώσει την αιολική διάβρωση, ή με τις ρίζες του μπορεί να αποτρέψει τη διάβρωση του νερού, να ακινητοποιήσει τους ρύπους με απορρόφηση και συσσώρευση και να διαμορφώσει μια ζώνη γύρω από τις ρίζες, εκεί όπου μπορεί ο ρύπος να σταθεροποιηθεί. Αντίθετα με την φυτοεξαγωγή, η φυτοσταθεροποίηση επικεντρώνεται κυρίως στον διαχωρισμό ρυπαντών στο έδαφος κοντά στις ρίζες, αλλά όχι στους φυτικούς ιστούς. Οι ρύποι γίνονται λιγότερο βιοδιαθέσιμοι και τα κοπάδια, τα άγρια ζώα και ο άνθρωπος εκτίθενται λιγότερο στην εδαφική μόλυνση. Για παράδειγμα, σε μια τέτοιου είδους εφαρμογή χρησιμοποιείται φυτικό κάλυμμα για τη σταθεροποίηση απορριμάτων ορυχείων[17].

Φυτομεταμόρφρωση

Στην περίπτωση των οργανικών ρύπων, όπως είναι τα φυτοφάρμακα, τα εκρηκτικά, οι διαλύτες, τα βιομηχανικά χημικά προϊόντα, αλλά και οι ξενοβιοτικές ουσίες, ορισμένα φυτά του γένους canna, καθιστούν τις ουσίες μη τοξικές μέσω του μεταβολισμού τους[18]. Σε άλλες περιπτώσεις, οι μικροοργανισμοί που ζουν σε συνδυασμό με τις ρίζες των φυτών μπορεί να μεταβολίσουν ουσίες στο έδαφος ή το νερό. Αυτές οι πολύπλοκες και ανθεκτικές ενώσεις, δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν στα βασικά μόρια (νερό, διοξείδιο του άνθρακα κ.λπ.) από τα μόρια του φυτού και, κατά συνέπεια, ο όρος φυτομεταμόρφωση αντιπροσωπεύει μια αλλαγή στη χημική δομή, χωρίς πλήρη κατάρρευση της ένωσης. Για την περιγραφή της φυτομεταμόρφωσης χρησιμοποιείται και ο όρος «πράσινο ήπαρ»[19], καθώς τα φυτά συμπεριφέρονται παρόμοια προς το ανθρώπινο ήπαρ όταν ασχολούνται με ξενοβιοτικές ενώσεις[20]. Μετά από την πρόσληψη των ξενοβιοτικών, τα ένζυμα των φυτών αυξάνουν την πολικότητά τους προσθέτοντας λειτουργικές ομάδες, όπως ομάδες υδροξυλίου (ΟΗ).

Η διαδικασία είναι γνωστή ως μεταβολισμός φάση Ι, καθώς μιμείται τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ανθρώπινο ήπαρ αυξάνοντας την πολικότητα των χημικών και ξένων ενώσεων. Εδώ γίνονται οι αντιδράσεις οξείδωσης, αναγωγής και υδρόλυσης. Στη φάση Ι στο ανθρώπινο ήπαρ τα ξενοβιοτικά μεταβολίζονται σε περισσότερο υδατοδιαλυτούς μεταβολίτες με την προσθήκη (ή ελευθέρωση) υδρόφιλων ομάδων, όπως -OH, -SH, -NH2 και -COOH που επιτρέπουν τη σύζευξή τους με ενδογενή μόρια προς περισσότερο υδρόφιλα προϊόντα. τα οποία απεκκρίνονται. Στα φυτικά ένζυμα τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι υπεροξειδάσες, φαινολοξειδάσες και εστεράσες[18]. Στο δεύτερο στάδιο της φυτομεταμόρφωσης, γνωστή ως μεταβολική φάση II, φυτικά βιομόρια όπως η γλυκόζη και τα αμινοξέα προστίθενται στο ήδη πολωμένο ξενοβιωτικό για να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την πολικότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο στο ανθρώπινο ήπαρ συμβαίνουν αντιδράσεις σύζευξης με ενδογενείς ουσίες (π.χ. γλυκουρονικό οξύ). Οι αντιδράσεις της φάσης Ι και II χρησιμεύουν στην αύξηση της πολικότητας και να μειώσει την τοξικότητα των ενώσεων, αν και υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα. Επίσης, η αυξημένη πολικότητα επιτρέπει την εύκολη μεταφορά των ξενοβιοτικών σε υδατικές διόδους.

Στο τελικό στάδιο της φυτομεταμόρφωσης (Φάση ΙΙΙ του μεταβολισμού), συμβαίνει εντός του φυτού συντηρητική κατάσχεση των ξενοβιοτικών. Ο ξενοβιοτικός πολυμερισμός αναπτύσσει μια σύνθετη δομή που βρίσκεται δεσμευμένη στο φυτό. Κάτι τέτοιο εξασφαλίζει ότι το ξενοβιοτικό αποθηκεύεται με ασφάλεια και δεν επηρεάζει τη λειτουργία του φυτού. Πάντως, προκαταρκτικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα φυτά γίνονται πιθανώς τοξικά για τα μικρά ζώα (π.χ. τα σαλιγκάρια) και συνεπώς όσα εμπλέκονται στη διαδικασία της φυτομεταμόρφωσης θα πρέπει να διατηρούνται σε κλειστό περίβλημα. Γενικώς, λοιπόν, τα φυτά μπορούν να μειώσουν την τοξικότητα (με εξαιρέσεις) και να απομονώσουν τους ξενοβιοτικούς παράγοντες κατά τη διαδικασία της φυτομεταμόρφωσης. Η φυτομεταμόρφωση με τρινιτροτολουένιο έχει ερευνηθεί εκτενώς και έχει προταθεί συγκεκριμένη διαδικασία μεταμόρφωσης[21].

Ο ρόλος της γενετικής

Τα προγράμματα αναπαραγωγής και γενετικής μηχανικής είναι ισχυρές μέθοδοι για την ενίσχυση των φυσικών ικανοτήτων της φυτοθεραπείας, ή για την εισαγωγή νέων δυνατοτήτων στα φυτά. Τα γονίδια της φυτοθεραπείας είναι δυνατόν να προέρχεται από ένα μικροοργανισμό ή μπορούν να μεταφέρονται από το ένα φυτό σε μια άλλη ποικιλία καλύτερα προσαρμοσμένη στις συνθήκες του περιβάλλοντος στο χώρο καθαρισμού. Για παράδειγμα, γονίδια που κωδικοποιούν την νιτροαναγωγάση από ένα βακτήριο εισήχθησαν σε ποικιλία καπνού και έδειξε ταχύτερη απομάκρυνση του ΤΝΤ και αυξημένη αντίσταση στις τοξικές επιδράσεις του[22]. Οι ερευνητές έχουν επίσης ανακάλυψει ένα μηχανισμό στα φυτά, που τους επιτρέπει να αναπτύσσονται ακόμη και όταν η συγκέντρωση της ρύπανσης στο έδαφος είναι θανατηφόρα για μη τροποποιημένα φυτά. Ορισμένα φυσικά, βιοδιασπώμενα συστατικά όπως οι εξωγενείς πολυαμίνες, επιτρέπουν στα φυτά να ανέχονται συγκέντρωση ρύπων 500 φορές υψηλότερη από τα άλλα φυτά και να απορροφούν περισσότερους ρύπους.

Υπερσυσσωρευτές και βιοτικές αλληλεπιδράσεις

Ένα φυτό λέγεται ότι είναι υπερσυσσωρευτής, αν μπορεί να συγκεντρώνει τους ρύπους σε ελάχιστο ποσοστό που ποικίλλει -ανάλογα με το ρύπο. Για παράδειγμα: περισσότερο από 1000 mg/kg ξηρού βάρους για νικέλιο, χαλκό, κοβάλτιο, χρώμιο ή μόλυβδο, ή περισσότερο από 10.000 mg/kg για ψευδάργυρο ή μαγγάνιο)[23]. Αυτή η ικανότητα για συσσώρευση οφείλεται στην υπερανθεκτικότητα, ή φυτοανθεκτικότητα, το αποτέλεσμα της εξελικτικής προσαρμοστικότητας των φυτών σε εχθρικά περιβάλλοντα από γενιά σε γενιά. Αρκετές από τις αλληλεπιδράσεις του φυτού είναι δυνατόν να επηρεαστούν από υπερσυσσώρευση μετάλλου, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβαιότητας, του παρασιτισμού και της βιομεμβράνης ή βιοφίλμ.

Φυτοεκκαθάριση

Καθώς τα φυτά είναι σε θέση να ανιχνεύουν και συσσωρεύουν συγκεκριμένους τύπους ρυπαντών, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βιοαισθητήρες μόλυνσης υπεδάφους, επιτρέποντας έτσι στους ερευνητές να οριοθετούν γρήγορα τις μολυσμένες περιοχές[24][25]. Χλωριωμένοι διαλύτες, όπως το τριχλωροαιθυλένιο, παρατηρήθηκαν σε κορμούς δέντρων και μάλιστα σε συγκεντρώσεις συσχετισμένες με τις συγκεντρώσεις των υπόγειων υδάτων[26]. Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή τους στον τομέα της φυτοεκκαθάρισης, αναπτύχθηκαν πρότυπες μέθοδοι για την εξαγωγή τμήματος του κορμού για μεταγενέστερη εργαστηριακή ανάλυση[27]. Η φυτοεκκαθάριση μπορεί να οδηγήσει σε βελτιστοποιημένες επιτόπιες έρευνες και τη μείωση του κόστους καθαρισμού μιας μολυσμένης περιοχής.

Σημειώσεις παραπομπές

Σχετική βιβλιογραφία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Advertisements

2 thoughts on “Φυτοθεραπεία εδάφους

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s